ΚΕΡΚΥΡΑ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ
Αρχική
Γλωσσάρι
Παραδοσιακοί Οικισμοί
Χρήσιμα Τηλέφωνα
Ελληνικα κρασιά
Κουζίνα
Αχίλλειο
 
η Κέρκυρα στην Ουνέσκο
     

Κερκυραϊκό Γλωσσάρι

- Α -

Αβάσκαμα – βάσκαμα.

Αγγειό – δοχείο.

Αγγελοκρούζομαι – φοβάμαι.

Αγγιολίνα , Αντζουλίνα – Αγγελική.

Αγκελόνια – άγριο χόρτο..

Αγκωνάρι – γωνιά.

Αμιά  -  όπως, αφού.

Αμολάω   -  αφήνω ελεύθερο.

Αμόλευτη  -  η παρθένα.

Αμολέρνω – αφήνω.

Αμπονώρα  -     ενωρίς.

Ανάντελος – γρουσούζικός.

Αναρίτσια – ανατριχίλα.

Αναχουγιατά  - τα γέλια , φωνές.

Αντάμα  - μαζί.

Άντζουλος – Άγγελος.

Απανταίνω – συναντώ.

Απίδι – αχλάδι.

Απόκουπα – ανάποδα, μπρούμυτα.

Αποσίμπελο – υπάρχει πιθανότητα.

Αποτιλιά  - όχθος.

Αραχλιασμένο – αραχνιασμένο.

Αργαστηριάρης – ο μαγαζάτορας.

Αριβάρω     -   φτάνω.

Αρμάρι – ντουλάπι.

Ασκάρδα  - η φέτα.

Ασκώνομαι     -   σηκώνομαι.

Ασπέτα  -  περίμενε.

Αστάκι         - καλαμπόκι .

Ατέντος – έτοιμος.

Ατρέχω         - τρέχω.

Αυτούνο  - αυτό.

 

- Β -

Βα . ί . ζω – γέρνω από το μέρος του καρπού.

Βα . ι . λεύω – εξυπηρετώ , φροντίζω.

Βατσουνιά -  βάτα.

Βελέσι – μακριά φούστα.

Βέντουλο – βεντάλια.

Βέστα      -   φόρεμα.

Βιάτζο – το δρομολόγιο.

Βίρα         -   βέρα.

Βλίτρα – βλίτα .

Βουρδούλιο – άνω κάτω.

Βουρλισμένος  -  τρελός.

Βουρλίζομαι – τρελαίνομαι.

Βράχλα – φτέρη .

Βροχάμενος – βροχερός.

Βωρέ – μωρέ.

 

- Γ -

Γανιά – μουτζούρα.

Γάστρα   - γλάστρα.

Γδι   - γουδί.

Γέννημα       -   αλεύρι καλαμποκιού.

Για ξέρω     -   δεν ξέρω.

Γιακέτα – ζακέτα.

Γιακής – Ιωακείμ.

Γιάτσο – κρύο.

Γκοζέρω – γριά κατσίκα.

Γλέπω – βλέπω.

Γλούπος – ο λαίμαργος.

Γοδέρω -  απολαμβάνω.

Γούλος   -  πέτρα.

Γουστερίτσα – η σαύρα.

 

- Δ -

Δείλια – πείνα.

Δειλιάζω – λιποθυμάω.

Δεσπέτο       -   πείσμα.

Δελέγκου – γρήγορα., αμέσως.

Δελίτο – κακό , ξαφνικό.

Διασκάντζε – έλα καημένε!

 

- Ε -

Εκλίτσιοσε – παράλυσε.

Έτο     -   νάτο.

Έτονε – νάτος.

‘Εχω φουμάδες – έχω ανάψει.

 

- Ζ -

Ζόρκια – η γύμνια.

Ζώση – μέση , ζώνη.

 

- Θ -

Θανατήτας – θανατηφόρος.

Θερίο – φίδι.

Θερμόκρυο και οριό – κρύο και θέρμη.

Θέρμη – πυρετός.

Θερμός – βραστό νερό.

Θερτής  -  Ιούνιος.

 

- Ι -

Ιμπένιο        -   έννοια.

 

- Κ -

Καβαλαριά   -   καβάλα.

Καδηνωμένος – σφικτοκλειδωμένος.

Κάνιστρα      -   πανέρι ρούχων.

Κανίστι – το δώρο.

Κανίστρι – καλάθι.

Καντούνι        -   σοκάκι.

Κολαούζο – το ντελάλι.

Κάμε κόντο    -   παραλίγο.

Κάμε κουμάντο  - ο λόγος σε σένα.

Κανατέλο – το βαρέλι.

Καντινάτσο – σύρτις.

Καπάσα  - βαρέλι για κρασί.

Κάρλακας – βάτραχος.

Καύκαλο – κόκκαλο.

Κάρτο       -   τέταρτο.

Κατρεγάρης – ο μικροαπατεώνας.

Κατσαριόλα    -   κατσαρόλα.

Κίκαρα – το φλιτζάνι.

Κογιονάρω     -   κοροϊδεύω.

Κοκέτα – σιδερένιο κρεβάτι.

Κωλοφωτιά – πυγολαμπίδα.

Κολόμπα – ελιά γέρικη.

Κόλπο – αποπληξία.

Κοματσούλι    -   κομμάτι ξερό ψωμί.

Κομιντόρο      -  τομάτα.

Κόντο             -   νομίζω, μπορεί.

Κόπιδας   -   κοπίδι.

Κόρτε    - το « φλερτ».

Κότολο – μεσοφόρι.

Κουγιάμπας – ο χαζός.

Κουγιούμπαλος – ο κουτός.

Κουπώνω –σκεπάζω.

Κουρουπαλιά – κουφάλα ελιάς.

Κουρτελάτσο   -   χαντάκι.

Κουτσούνα     -   κούκλα.

Κοφίνι – το καλάθι.

Κραμπί – λάχανο.

Κροσέδες – κεντητά που ήταν ραμμένα πάνω στα σεντόνια.

Κρότσολα – πατερίτσα.

Κρούσα – σκαμνί.

 

- Λ -

Λαμπατίνα     -   φωτιά.

Λαμπριά  - Λαμπρή.

Λάπι – το μολύβι.

Λάτα  - ο τενεκές.

Λατί       -   αλουμινένιο σκεύος.

Λάχανα – χόρτα.

Λεχάμενος – λαχανιασμένος.

Λουχτουκιώ – κλαίω γοερά.

Λούμπα – λακκούβα.

Λουτρουβιό – ελαιοτριβείο.

Λιμπρέτο – μισόκλειστα πατζούρια.

 

- Μ -

Μάγια  - η φανέλα .

Μαλίνια – αρρώστεια.

Μάνια – κουλούρα.

Μανέστρα      -   μακαρόνια.

Μαρκάντες  - ο έμπορος.

Μαρκαντικό  - μαγαζί, εμπορικό.

Μαρτούρι – το μαρτύριο.

Μάσει   - μαζέψει.

Μαστακανέφρης – πολύ μικρός και αδύνατος.

Μαστέλο – μισοβάρελο.

Μαστραπάς – η κανάτα.

Μέρζα – κορδέλα .

Μεσάλι – το τραπεζομάντηλο.

Μηδά -  μήπως.

Μιανού   - κάποιου, ενός.

Μίκανος – μανιτάρι.

Μιλιούνια  - πάρα πολλά, χιλιάδες.

Μιτσό -  μικρό.

Μοκτερός – μοχθηρός.

Μοχτερό – γουρουνι.

Μομέντο        -   λεπτό.

Μονάτος – σκέτος, μόνος.

Μορόζος, α – αγαπητικός , ια.

Μόρσα – η τσέπη.

Μοστερίτσα – μικρή σαύρα.

Μουνέδα – χρήματα.

Μουσαριόλα – φίμωτρο.

Μουτσούνα – πρόσωπο, φάτσα.

Μπάνγκος – τραπέζι.

Μπάντα – άκρη.

Μπαρμπαρέλα  ή μπομπότα – ψωμί καλαμποκίσιο.

Μπάτατες – γλυκοπατάτες.

Μπομπόλοι    - σαλιγκάρια.

Μου κάζεται   -  νομίζω.

Μπαγκούλι  - ξύλινο μικρό κάθισμα.

Μπαλίνιες – κορόμηλα.

Μπανιερό – μαγιό .

Μπόγα – η ποδιά.

Μποκολέτα    -   σκουλαρίκι.

Μπλιτσούνι   -   πόμολο.

Μπόλια -  μαντίλα από δαντέλα.

Μπότζος  -  η βεράντα.

Μποτίλια  -  μικρό μπουκάλι.

Μποτιλιόνι  -  μεγάλο μπουκάλι.

Μποτσί – μικρό μπουκάλι.

Μποτσόνι – μεγάλο μπουκάλι.

Μπουκαλέτο  -  κανάτα πήλινη.

Μπουγιάρει  - να πάρει βράση.

Μπουκούνι     -   κομμάτι.

Μπουλετιά – κλήρος.

Μπουρούκι    -   μπρίκι.

Μπουρνέλα – δαμάσκηνο.

Μπούσα ή πούρσα – η τσέπη.

Μπότης  ή μποτήρι  - πήλινο δοχείο που έβαζαν νερό ή κρασί.

Μποτίλια        -  μπουκάλι.

Μπουκούνι  ή μπουτσούνι - το κομμάτι.

Μπούρσα – η ποδιά.

Μπριχού       -   προτού.

Μπροστομούνι – ποδιά.

Μπρούτος ή μπούστρος– άγαρμπος.

Μπροστούρα ή πετόνι – τραχηλιά από άσπρο πανί , η ποδιά.

Μυστάζω –νυστάζω.

Μώτα – σήματα.

 

- Ν -

Νιάτισμα – όργωμα.

Νιοράντες –αυτός που περηφανεύεται.

Ναίσκε   -    ναι.

Ναστάρδα – η πεισματάρα.

Νιτερέσο – ενδιαφέρον.

Νοδάρος – ο δικηγόρος.

Νόνα       -    γιαγιά.

Νούνα – νονά.

Νόσπολα – μούσμουλο.

Νταβάς       -     κατσαρόλα.

Ντεμέλα – μαξιλαροθήκη.

Ντένω  - μπλέκομαι , μπερδεύομαι.

 

- Ξ -

Ξαγλιστράω – γλιστρώ.

Ξέστα     -  η  στάμνα, δοχείο μεταφοράς πήλινο ή μεταλλικό. Μονάδα μέτρησης του λαδιού.

Ξεμπουρίζω – διώχνω κακήν κακώς.

Ξεχνάω – απατώ.

Ξόγανο – άγαρμπο, άσχημο.

Ξωκέλα  - η βεράντα.

 

- Ο -

Όβολα  - χρήματα.

Ογνίστρα       -   γωνιά για φωτιά.

Ογρό – βρεγμένο.

Ολούθε  - παντού.

Όναισκε     -  όχι.

Ορέγομαι – επιθυμώ., τολμάω.

Ορή – εσύ.

Οριά    -  μέτρο.

Όρσε – να.

Όθε – όπου.

 

- Π -

Πάλε  - πάλι.

Παλιούροι – αγκάθια.

Παντόφολα   - παντούφλα.

Παρτσινέβελος - αφεντικό, νοικοκύρης.

Πασουμάκια – παντούφλες.

Πασαπόρτι –διαβατήριο.

Παταούδι – πολύ κρύο , παγωμένο.

Παυλοσυκιά   -  φραγκοσυκιά.

Περατζάδα      -   βόλτα, περίπατος.

Περούνι – πηρούνι.

Περσεύω – περισσεύω.

Πεσελί – κοντό σακκάκι.

Πετεγολέτσι  - κουτσομπολιό.

Πιάτσα – πλατεία.

Πίλιο –πιο.

Πινιάτα       -   μεγάλη κατσαρόλα.

Πίπης, Σπυρέτος – Σπύρος.

Πίστομα – μπρούμυτα.

Πιτέρι – γλάστρα.

Πιτίζω – πασπαλίζω.

Πελώ          -  πετάω, ρίχνω.

Ποδεμοί – παπούτσια.

Ποδέσου  - βάλε τα παπούτσια σου.

Πόλβερη – σκόνη.

Πολυκαιρνός – πολύχρονος.

Πόντα – κρύο.

Ποντάρω – συναχώνομαι.

Ποντήλιο – πείσμα.

Πόρτηγο – χώρος υποδοχής.

Πριστό – προζύμι.

Προβατώ        -  προχωρώ.

Πυροστιά  - μεταλλικό αντικείμενο που επάνω βάζανε την κατσαρόλα στη φωτιά.

 

- Ρ -

Ρέγγος   -  ρέγκα.

Ρεμπόμπο    -   φασαρία.

Ροκέτο – φούστα της Κερκυραϊκής φορεσιάς.

Ρούγα – αυλή.

Ρουτί   -  υποκάμισο.

Ρούχινος – βαμβακερός.

 

- Σ -

Σαρτοκοπάω -    χοροπηδώ.

Σαρτζιά – είδος μάλλινης φούστας.

Σεστάδο – σωστά τοποθετημένο, ταχτοποιημένο.

Σετάδα   -  το κοστούμι.

Σιάδι    -   ίσιος τόπος.

Σίκλος       -     κουβάς.

Σκαμνιά, σκάμνο – μουριά, μούρο.

Σκάνιο           -     κάθισμα.

Σκαρτσούνι    -   κάλτσα.

Σκασιά – πέσιμο.

Σκατζιά  -  το ράφι.

Σκαφόνι – μεγάλο δοχείο από ξύλο, εκεί πατούσαν το κρασί.

Σκιάζομαι – φοβάμαι.

Σκουτέλα  -  το μεγάλο  πιάτο, η πιατέλα.

Σκούρα – πατζούρια.

Σκουρδούμπουλες – οι τούμπες.

Σκουτιά       -    ρούχα.

Σκουφέτα – σκούφια, καπέλο.

Σπίτσα – καλάμι ψαρέματος.

Σούδα       -   χαντάκι , αυλάκι.

Σούκερας       -   είδος σύκου.

Σούργελο – περίγελος.

Σουρούπι – ύπνος.

Σούφρα  - η πιέτα, η σούρα.

Σπίλα – πόρπη.

Σπολάιτης – μπράβο σου!

Στάμα - άλεσμα

Στέκα – στάσου.

Στια         -   φωτιά.

Στράιστο   -  η  σάκα.

Στριερό – δυνατό.

Στρωνάω – φτιάχνω , γυρίζω.

Σύρε πιο κει  - πήγαινε παραπέρα.

Συρσιά – σύρσιμο.

Σφαλί – μικρό καπάκι.

Σφαλιά – λόγγος.

Σφαλάγγι – αράχνη.

Σφαλαγγονιά – ιστός αράχνης.

Σφίγγλα  - η παραμάνα.

Σωρούλι – μικρός σωρός.

 

- Τ -

Τάβλα – σανίδα.

Ταμπάρο        -   βαρύ παλτό.

Τάρδι   - αργά , δύση ήλιου.

Τέζα – καλύβι.

Τερτικό – μεγάλο καλάθι.

Τζαρέτα – δοχείο πήλινο που έβαζαν τυρί και ελιές.

Τορνέτο -  κρίκος για να δένουμε τα ζώα.

Τόρτσα – η λαμπάδα.

Τότσο – λίγο, τόσο.

Τραβέτζο - η αναστάτωση.

Τσαμένος – ο καημένος.

Τσαντήλι – λεπτό πανί.

Τσιγάλα  -  το τσιγάρο.

Τσιγγέλι – ζυγαριά.

Τσιμπίλι – τσεκούρι.

Τσικαντί – «ποπ κορν»

Τσιμιτάω – να μη  μιλάω.

Τζίνια  -  παιχνίδια.

Τζιρί  -  νεκροταφείο.

Τραβέρσα   -  η ποδιά.

Τρατάρω     -  προσφέρω.

Τριάγκονο – λίμα.

Τριμουλίδι – το τρίμα.

Τρίτσα    -    ψάθινο καπέλο.

Τριτσέλι        -     ξύλινο κρεβάτι.

Τσάντα, Τσάντος – Αλεξάνδρα, Αλέξανδρος.

Τσερβέλο – μυαλό.

Τση –τσι     -    της –τις (άρθρο).

Τσιγκράω – πειράζω.

Τσιγκρί – πειραχτήρι.

Τσιτάω  - τρυπώ.

Τσου       -   τους.

Τσουτσούδια – λεπτά  ξύλα.

Τσωπαίνω     -   σωπαίνω.

 

- Φ -

Φανέστρα     -   παράθυρο.

Φάρτσα – λεπίδι που κόβανε χόρτα.

Φιοράδο   -  λουλουδάτο.

Φιόρο, φιόρι – το λουλούδι.

Φιρίδι    -  ράφι.

Φοντιέρα  - ο δίσκος για κέρασμα.

Φόρος – η πλατεία.

Φόστα – αρκεί.

Φούμπια – η εγκράφα.

Φούρια – η βιασύνη.

Φουριόζος  - ο βιαστικός.

Φρόκαλο – το σκουπίδι.

Φροκάλι –σκούπα.

Φτενό – λεπτό.

 

- Χ -

Χαλεύω        -   γυρεύω.

Χιμονικό – καρπούζι.

Χερικό  - αρχή.

Χολεύω        -    θυμώνω.

Χρέγια – χρέη.

Χουγιάζω – φωνάζω.

 

- Ψ -

Ψικουρίνι  - το μικρό γατάκι.